• Βιργινία Κεφαλά

Υδατάνθρακες και καρδιαγγειακά: Είναι οι υδατάνθρακες πιο επικίνδυνοι από τα λιπαρά;


Όπως είναι ευρέως γνωστό, τα κορεσμένα, τα trans αλλά και τα ολικά λιπαρά οξέα μιας δίαιτας, συσχετίζονται ισχυρά με την εμφάνιση ποικίλων νοσημάτων και ιδιαιτέρως με την εμφάνιση και την εξέλιξη των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Παρόλα αυτά, τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν και να προσανατολίζονται προς διαφορετική κατεύθυνση και πιο συγκεκριμένα προς τους υδατάνθρακες.


Τα αποτελέσματα μιας μεγάλης επιδημιολογικής μελέτης που δημοσιεύτηκαν νωρίτερα το 2017, δείχνουν πως μια δίαιτα πλούσια σε υδατάνθρακες αυξάνει σε μεγαλύτερο βαθμό τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα και κατ’ επέκταση ,τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων σε σύγκριση με μία δίαιτα υψηλή σε λιπαρά. Η εν λόγω μελέτη ονομάζεται PURE (Prospective Urban Rural Epidemiology) και αρχικά συμπεριέλαβε συμμετέχοντες από 18 χώρες και 5 ηπείρους , ενώ στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες και βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.

Πιο αναλυτικά, τα αποτελέσματα υποδεικνύουν πως μία δίαιτα με πρόσληψη υδατανθράκων μεγαλύτερη από 60% της ημερήσιας ενεργειακής κατανάλωσης, οδηγεί σε μεγαλύτερη θνησιμότητα λόγω καρδιαγγειακών αλλά και λόγω άλλης αιτίας. Αντίθετα, μία δίαιτα υψηλή σε λίπος συσχετίζεται με χαμηλότερη θνησιμότητα και χαμηλότερο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Μάλιστα, τονίζεται ότι η μελέτη δεν συμφωνεί με τις ισχύουσες συστάσεις για τα καρδιαγγειακά, οι οποίες προτείνουν μείωση του ολικού λίπους σε <30% και μείωση κορεσμένων λιπαρών οξέων σε <10% αλλά αντιπροτείνει, όσοι υπερκαταναλώνουν υδατάνθρακες, να τους μειώσουν και να τους αντικαταστήσουν με πηγές λίπους.

Ο ρόλος των υδατανθράκων κρίνεται γενικά βλαπτικός σε σχέση με τα καρδιαγγειακά νοσήματα και υπάρχουν και άλλες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την παρατήρηση.

Πιο συγκεκριμένα, η υψηλή πρόσληψη υδατανθράκων , αυξάνει τα επίπεδα των τριακυλογλυκερολών στο πλάσμα, κυρίως λόγω της σύνθεσης των VLDL στο ήπαρ (πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες οι οποίες μεταφέρουν τη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του σώματος στο πλάσμα, από το ήπαρ στα υπόλοιπα όργανα του σώματος και αποτίθενται στους περιφερειακούς ιστούς) και λόγω της μείωσης της HDL (γνωστή ως «καλή» χοληστερόλη). Επίσης, η αρνητική επίδραση μιας δίαιτας χαμηλής σε λιπαρά και υψηλής σε υδατάνθρακες εντείνεται πιθανά από την αντίσταση στην ινσουλίνη. Έτσι, δεν είναι σίγουρο αν τελικά μία δίαιτα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι αποτελεσματική στην πρόληψη των καρδιαγγειακών, καθώς προκαλεί διαταραχές στον μεταβολισμό τόσο των λιπιδίων όσο και της γλυκόζης.


Μία μεγάλη έρευνα που έγινε σε γυναίκες νοσηλεύτριες , μελέτησε τη σημασία του γλυκαιμικού φορτίου των τροφίμων, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ απλών και σύνθετων υδατανθράκων. (*) Στο 10ετές follow-up φάνηκε ότι το υψηλό γλυκαιμικό φορτίο είναι ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Επίσης, ο γλυκαιμικός δείκτης είναι πιο ισχυρός προγνώστης για τον κίνδυνο καρδιαγγειακών σε σύγκριση με την διάκριση των υδατανθράκων σε απλούς και σύνθετους. Μάλιστα, ο βλαπτικός ρόλος του γλυκαιμικού φορτίου γίνεται πιο προφανής σε γυναίκες με φυσιολογικό και άνω του φυσιολογικού σωματικό βάρος. Γυναίκες με δείκτη μάζα σώματος κάτω του 23kg/m^2 δεν φαίνεται να επηρεάζονται από αυτό το χαρακτηριστικό του υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και αυτό ίσως εξηγεί εν μέρει το λόγο που πληθυσμοί όπως αυτός της Κίνας, που τρέφεται κυρίως με υδατάνθρακες, έχουν χαμηλή συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών.

Επιπλέον, σε δείγμα 577 υγιών ενηλίκων σε αστικό πληθυσμό της Μαλαισίας, φάνηκε πως οι υδατάνθρακες και όχι το λίπος, συνδέονται σημαντικά με αρνητικές επιπτώσεις στον κίνδυνο για καρδιαγγειακά. Αυτό υποστηρίζεται με σύγχρονες αναλύσεις με εξειδικευμένους βιοχημικούς δείκτες.

Παρά τα ανωτέρω ευρήματα, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως το πεδίο αυτό είναι αρκετά νέο και χρήζει περαιτέρω μελέτης καθώς η αντίληψη για τον ρόλο των κορεσμένων λιπαρών οξέων στον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι βαθιά μελετημένη και έχει ισχυρές βάσεις. Σίγουρα τα ευρήματα περί υδατανθράκων και καρδιαγγειακού κινδύνου είναι ιδιαίτερα σημαντικά και φέρουν τρομερά νέα στην επιστημονική κοινότητα, όμως είναι πολύ νωρίς για την εδραίωση νέων αντιλήψεων, καθώς δεν υπάρχει το απαραίτητο και επαρκές επιστημονικό και ερευνητικό υπόβαθρο. Εν κατακλείδι, η μελέτη PURE καθώς και οι υπόλοιπες που κινούνται στο ίδιο πνεύμα, αποτελούν έναυσμα για μια σειρά νέων μελετών με σκοπό την βαθύτερη γνώση αυτού του τόσο σημαντικού και ενδιαφέροντος αντικειμένου.

Το βασικό που πρέπει να κρατήσουμε από τα παραπάνω είναι πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βγάζουμε βιαστικά και αυθαίρετα συμπεράσματα προτού υπάρξει η κατάλληλη βιβλιογραφία για να τα στηρίξει. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι κυρίως να αποτελέσει τροφή για σκέψη και να παρουσιάσει κάποια από τα πιο πρόσφατα δεδομένα στον τομέα αυτό.

(*) Το γλυκαιμικό φορτίο είναι ένας δείκτης που μας βοηθά να καταλάβουμε πώς και σε τι ποσότητα ένα τρόφιμο επηρεάζει την αύξηση της γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα. Οι απλοί υδατάνθρακες είναι αλλιώς γνωστοί και ως σάκχαρα (μονο- και δι- σακχαρίτες) , ενώ οι σύνθετοι υδατάνθρακες είναι μεγαλύτερα χημικά μόρια με περισσότερα οφέλη για την υγεία.


Βιβλιογραφία

1. Dehghan, M., et al., Associations of fats and carbohydrate intake with cardiovascular disease and mortality in 18 countries from five continents (PURE): a prospective cohort study. Lancet, 2017.

2. Liu, S., et al., A prospective study of dietary glycemic load, carbohydrate intake, and risk of coronary heart disease in US women. Am J Clin Nutr, 2000. 71(6): p. 1455-61.

3. Chuah, K.A., et al., Carbohydrates but not Fats Trigger Coronary Heart Disease Risk: Findings from the Malaysia Lipid Study (MLS). The FASEB Journal, 2016. 30(1 Supplement): p. 1154.34.


#υδατάνθρακες #λίπος #κορεσμέναλιπαράοξέα #καρδιαγγειακά #γλυκαιμικόφορτίο #δίαιτα